Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2014

Aν δέν αξιοποιεί ό άνθρωπος τά χαρίσματά του πετάει τά δώρα του Θεού.

- Γέροντα, όταν κάποιος έχη τόν λογισμό ότι όλοι ασχολούνται μ' αυτόν κ.λπ., πώς θά τόν διώξη;

- Αυτό είναι τοϋ πειρασμού πού πάει νά τόν άρρωστήση. Νά άδιαφορήση, νά μήν πιστεύη καθόλου σ' αυτόν τόν λογισμό. Ένας λ.χ. πού έχει καχυποψία, άν δη έναν γνωστό του νά μιλάη σιγά σέ έναν άλλον, σκέφτεται: «γιά μένα λέει δέν το περίμενα άπ' αυτόν!», ενώ εκείνοι γιά άλλο θέμα συζητούν.

Και άν δέν προσέξη, εξελίσσεται σιγά-σιγά καί πού φθάνει!
Νομίζει ότι τόν παρακολουθούν, ότι τόν καταδιώκουν. Ακόμη καί άν εχη συγκεκριμένα στοιχεία ότι οι άλλοι ασχολούνται μ' αυτόν, νά ξέρη ότι καί αυτά ό ίδιος ο εχθρός τά έχει ταιριάξει έτσι, γιά νά τόν πείση. Καί πώς τά συνδυάζει ό διάβολος!
Γνωρίζω έναν νέο πού, ενώ είναι εξυπνότατος, πιστεύει στον λογισμό του πού του λέει ότι δεν είναι ισορροπημένος. Με το να δέχεται τους λογισμούς πού του φέρνει τό ταγκαλάκι, τού έχουν δημιουργηθη ένα σωρό κόμπλεξ.
Έκανε απόπειρα αυτοκτονίας, έχει λειώσει τους γονείς του. Ό Θεός τού έδωσε δυνάμεις και χαρίσματα, άλλα όλα του τά αχρηστεύει ό εχθρός, καί έτσι βασανίζεται καί αυτός καί οί άλλοι.
Δεν μπορώ νά καταλάβω γιατί τους δέχονται αυτούς τους ταγκαλακίστικους λογισμούς καί κάνουν την ζωή τους βασανισμένη, τά βάζουν καί με τον Θεό, πού τόσο πολύ μας ευεργετεί καί μας αγαπάει.
Όσα καί εάν πής σε έναν τέτοιον άνθρωπο, δέν ωφελεί. Έάν δέν πάψη νά πιστεύη τους λογισμούς πού τοϋ φέρνει ό εχθρός, μόνον πού θά κουράζεσαι.
- Γέροντα, ό ευαίσθητος είναι ψυχικά αδύνατος, είναι άρρωστος;
- Όχι, τό φιλότιμο καί ή ευαισθησία είναι φυσικά χαρίσματα, άλλα κατορθώνει δυστυχώς ό διάβολος νά τά εκμεταλλεύεται. Έναν ευαίσθητο άνθρωπο τον κάνει συχνά νά μεγαλοποιή τά πράγματα, γιά νά μήν μπορή νά σηκώση κάποια δυσκολία ή νά τήν σηκώνη γιά λίγο καί μετά νά κάμπτεται, νά απογοητεύεται, νά ταλαιπωρήται, καί τελικά νά σακατεύεται.
Άν αξιοποίηση τήν κληρονομική ευαισθησία, θά γίνη ουράνια. Άν άφήση νά τήν εκμεταλλευθή ό διάβολος, θά πάη χαμένη.

Γιατί, άν δέν αξιοποιή ό άνθρωπος τά χαρίσματα του, τά εκμεταλλεύεται ό διάβολος. Έτσι πετάει τά δώρα του Θεού.
Αντί νά εύγνωμονή τόν Θεό, τά παίρνει όλα ανάποδα. Ό ευαίσθητος, όταν πιστεύη στον λογισμό του, μπορεί νά κατάληξη ακόμη καί στο ψυχιατρείο, ενώ ό αδιάφορος μέ τό «δέν βαριέσαι» δέν πάει βέβαια καλά, άλλα τουλάχιστον δέν καταλήγει καί στο ψυχιατρείο. Γι' αυτό τό ταγκαλάκι κυνηγάει τους ευαίσθητους ανθρώπους.
Άλλοι πάλι βάζουν έναν λογισμό, ή μάλλον τό ταγκαλάκι τους φέρνει έναν λογισμό, ότι έχουν κληρονομική επιβάρυνση, και προσπαθεί νά τους πείση νά πιστέψουν ότι κάτι έχουν. Τους φοβίζει, γιά νά τους ζαλίση και νά τους αχρηστέψη στά καλά καθούμενα. Άλλα και κάτι κληρονομικό άν υπάρχη, μπροστά στην Χάρη τοϋ Θεού τίποτε δεν μπορεί νά σταθή. 

Θυμάστε τον Άγιο Κυπριανό πού άπό μάγος έγινε Ιεράρχης της Εκκλησίας και Μάρτυς Χριστού;
Ό Μωυσής πάλι ό Αιθίοπας άπό ληστής έγινε πιο ευαίσθητος από πολλούς μεγάλους Πατέρες. Σε τί κατάσταση έφθασε! 
Όταν πήγε νά τον δη ό Άγιος Μακάριος, τόν ρώτησε: «Τί νά κάνω; με ενοχλεί ό κόσμος και δέν μπορώ νά βρω ησυχία». Και εκείνος του είπε: «Μωυσή, Μωυσή, είσαι πολύ ευαίσθητος. Νά πάς στην Πετραία Αραβία, γιατί δέν μπορείς εσύ νά δίωξης τόν κόσμο!».
Πέρασε στην ευαισθησία και τόν Μέγα Αρσένιο πού ήταν από αρχοντική οικογένεια, μορφωμένος, καλλιεργημένος άνθρωπος, ενώ εκείνος ήταν ένας ληστής. Νά, βλέπεις ή Χάρις τού Θεού τί κάνει! Άλλα είχε πολλή ταπείνωση.

1. Ό Γέροντας χρησιμοποιούσε αυτήν τήν λέξη μέ τήν σημασία του «χαζούλικος».
Απόσπασμα από τις σελίδες 41-44 του βιβλίου:
ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΛΟΓΟΙ Γ
http://1myblog.pblogs.gr/ 
http://paterikos.blogspot.gr

Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2014

Ο φόβος του Θεού κατά τους Αγίους Πατέρες

Ὁ ὅσιος Ἐφραὶμ ὁ Σύρος γιὰ τὴν ἔλλειψιν τοῦ φόβου τοῦ Θεοῦ ἀναφέρει «Αὐτὸς ποὺ δὲν 
ἔχει μέσα του τὸ φόβο τοῦ Θεοῦ εἶναι ἕνας ἄνθρωπος εὐάλωτος στὶς ἐπιθέσεις τοῦ Διαβόλου. 
Αὐτὸς ποὺ δὲν ἔχει τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν ψυχή του, δὲν προσέχει, ἀδιαφορεῖ, κοιμᾶται
 ἀφρόντιστα, παραμελεῖ τὶς ἐργασίες του, γίνεται δοχεῖον ἡδονῶν, κάθε τι εὐχάριστο τὸ ἀπολαμβάνει
 ἐντός του, διότι δὲν φοβᾶται τὴν παρουσία τοῦ Κυρίου. Καυχιέται γιὰ τὰ πάθη, χαίρεται γιὰ τὴν 
ἀργόσχολη ζωή, ἀποφεύγει τὴν κακοπάθεια, ἀποστρέφεται τὴν ταπείνωση, δέχεται μὲ χαρὰ τὴν
 ὑπερηφάνεια».

Ὁ ἀββὰς Δωρόθεος γιὰ τὸν θεῖον φόβον μᾶς διδάσκει «Ἂν οἱ ἅγιοι πού τόσο ἀγαποῦν τὸν Κύριο
 τὸν φοβοῦνται πῶς λέει “ Ἡ ἀγάπη φυγαδεύει τὸν φόβο”;». Θέλει νὰ μᾶς δείξει ὁ ἅγιος ὅτι εἶναι δύο 
εἴδη φόβων, ἕνας ἀρχικὸς καὶ ἕνας τέλειος. Καὶ ὅτι ὁ μὲν ἕνας εἶναι χαρακτηριστικὸ τῶν ἀρχαρίων στὴν
 πνευματικὴ ζωή, ὁ δὲ ἄλλος αὐτῶν ποὺ ἔφτασαν στὸ μέτρο τῆς ἁγίας ἀγάπης. Ὁ ἀρχάριος κάνει τὸ 
θέλημα τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸ φόβο τῆς τιμωρίας, ὁ ἄλλος κάνει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἐπειδὴ ἀγαπάει τὸν Θεό, 
ἐπειδὴ χαίρεται ἰδιαίτερα μὲ τὸ νὰ εἶναι ἡ ζωὴ του εὐάρεστη στὸ Θεό. Αὐτὸς ἐπειδὴ γεύτηκε τὴν γλυκύτητα 
ποὺ δοκιμάζει ὅποιος εἶναι ἑνωμένος μὲ τὸ Θεὸ φοβᾶται μήπως τὴν στερηθεῖ. Εἶναι ὅμως ἀδύνατον νὰ 
φτάσει κανεὶς στὸ τέλειο φόβο, παρὰ μόνο μὲ τὸν ἀρχικό».


Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς μᾶς λέει γιὰ τὸν ἁγνὸ φόβο «Ἐκεῖνος ὁ φόβος ποὺ πάντοτε ὑπάρχει
 χωρὶς τὴν λύπη γιὰ ἁμαρτήματα, αὐτὸς εἶναι ὁ ἁγνὸς φόβος, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ λείψει ποτέ. Γιατί εἶναι 
φυτεμένος ἀπὸ τὸν Θεὸ στὴν κτίση καὶ κάνει ὁλοφάνερη σὲ ὅλους τὴν φυσικὴ σεβασμιότητα τοῦ Θεοῦ
 καὶ τὴν ὑπεροχή Του, ποὺ εἶναι πάνω ἀπὸ κάθε βασιλεία καὶ δύναμη».

Ὁ γέροντας Παΐσιος σὲ ἐρώτημα πῶς θὰ αὐξηθῆ ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ ἀπαντάει «Ἐγρήγορση χρειάζεται. 
Σὲ κάθε ἐνέργειά σου, ἀκόμη καὶ στὴν παραμικρή σου κίνηση, κέντρο νὰ εἶναι ὁ Θεός. Στρέψε ὅλον τὸν 
ἑαυτό σου πρὸς τὸν Θεό. Ἂν ἀγαπήσης τὸν Θεό, ὁ νοῦς σου θὰ εἶναι συνέχεια στὸ πῶς νὰ εὐχαριστήσης
τὸν Θεό, στὸ πῶς νὰ ἀρέσης στὸν Θεό, καὶ ὄχι στὸ πῶς νὰ ἀρέσης στοὺς ἀνθρώπους. Αὐτὸ πολὺ θὰ σὲ 
βοηθήση νὰ ἐλευθερωθῆς ἀπὸ τὶς βαρειὲς ἁλυσίδες τῆς ἀνθρωπαρέσκειας, πού σοῦ εἶναι ἐμπόδιο γιὰ τὴν
 ἀνώτερη ζωή».

Ὁ ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς ἑρμηνεύοντας τὸ «Μετὰ φόβου καὶ τρόμου τὴν ἑαυτῶν σωτηρίαν 
κατεργάζεσθε» σημειώνει «Στὴν πραγματικότητα, οὔτε οἱ κοσμικὲς ἐργασίες, τὰ βιοποριστικά, δὲν
 μποροῦν νὰ ἐκτελοῦνται χωρὶς φόβο πόσο μᾶλλον τὰ πνευματικά. Πές μου, ποιὸς ἔμαθε γράμματα 
χωρὶς φόβο; Ποιὸς ἔγινε καλός τεχνίτης χωρὶς φόβο; Κι ἐφόσον ἐκεῖ ὅπου δὲν παραμονεύει ὁ διάβολος,
 ἀλλὰ μᾶς ἐμποδίζει μόνο ἡ τεμπελιά, χρειάζεται τέτοιος φόβος μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ παραμερίσουμε 
τὴν ἀνευθυνότητά μας, τότε πῶς μποροῦμε χωρὶς φόβο νὰ οἰκοδομήσουμε τὴν σωτηρία μας μὲ τέτοιο 
πόλεμο, μὲ τόσα ἐμπόδια; Καὶ μὲ ποιὸ τρόπο μπορεῖ νὰ γεννηθεῖ μέσα μας τέτοιος φόβος; Ἐὰν ἔχουμε 
στὸ νοῦ μας ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι πανταχοῦ παρὼν καὶ στὴν καρδιά μας καὶ στὸ βάθος τῆς ψυχῆς μας».

Ὁ ἅγιος Χρυσόστομος σὲ λόγο του γιὰ τὴν ἁγία Ἄννα μᾶς λέει «Καὶ ὅπως ὅταν οἱ ἄνεμοι, ποὺ 
φυσοῦν ὁ ἕνας ἀντίθετα πρὸς τὸν ἄλλο, ἔχοντας στὴ μέση τῆς μεταξύ τους μάχης τὸ σκάφος, σηκώνουν
 πολλὰ κύ-ματα καὶ στὴν πρύμνη καὶ στὴν πρώρα, ὁ κυβερνήτης καθισμένος στὸ τιμόνι σώζει τὸ σκάφος,
 ἀποκρούοντας τὶς ἐπιθέσεις τῶν κυμάτων μὲ τὴν σοφία τῆς ἐπιστήμης, ἔτσι καὶ ἡ γυναίκα ἐκείνη τότε, 
ὅταν ἐπέπεσαν στὴν ψυχή της, σὰν ἀντίθετοι ἄνεμοι, ὁ θυμὸς καὶ ἡ θλίψη, σταματοῦσαν τὸ λογικό της 
καὶ σήκωναν πολλὰ κύματα, ὄχι μόνο δύο καὶ τρεῖς καὶ εἴκοσι μέρες, ἀλλὰ ὁλόκληρα χρόνια, ὑπέμενε τὴν 
δοκιμασία γενναῖα καὶ δὲν ἄφησε νὰ καταποντισθεῖ ὁ λογισμός της. Γιατί ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ, καθισμένος
 σὰν κυβερνήτης στὸ τιμόνι, τὴν ἔπεισε νὰ ὑπομείνει γενναῖα τὴν θαλασ- σοταραχὴ ἐκείνη».

Ὑποσημειώσεις:

-1. Ὁσίου Ἐφραὶμ τοῦ Σύρου τόμ. Α΄ σελ. 39
-2. Ἀββᾶ Δωροθέου Ἀσκητικὰ σελ. 143
-3. Φιλοκαλία τόμ. Β΄ σελ. 161
-4.Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου Λόγοι τόμ. Ε΄ σελ.75
-5.π. Ἰουστίνου Πόποβιτς Ἑρμηνεία τῆς πρὸς Φιλιππησίους Ἐπιστολῆς Ἐκδ. Ἐν Πλῷ σελ. 103
-6. Ἰ.Χρυσοστόμου Ε.Π.Ε. 8 Α΄ σελ. 43

Ορθόδοξος Τύπος,22/02/2013

Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2014

Η ΣΚΕΨΗ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ ΑΠΛΗ


Γέροντας Σωφρόνιος

Αν ο Χριστός δεν είναι Θεός, τότε εμείς μένουμε στο σκοτάδι και είναι αδύνατο να 
δικαιώσουμε τον Θεό βλέποντας τα ατελείωτα παθήματα του κόσμου. Αν όμως πραγματικά
 ο Χριστός είναι Θεός, όπως εμείς αδίστακτα πιστεύουμε, τότε κανένας δεν μπορεί να μεμφθεί τον 
Θεό για τα κακά που διαδραματίζονται στον κόσμο. Χάρη στην εμφάνιση του Χριστού γνωρίζουμε 
τώρα ποιός είναι ο Θεός. Τον αγαπούμε και δεν επιρρίπτουμε σε Αυτόν καμία μομφή. Ο Χριστός 
μας φανέρωσε τον Θεό, ο οποίος είναι Φως «και σκοτία εν Αυτώ ουκ έστιν ουδεμία». 
Ομολογούμε ταυτόχρονα τον Χριστό ως αυθεντικό άνθρωπο.

Ο Πατέρας, βλέποντας έναν τέτοιο άνθρωπο, του έδωσε θέση στην αιωνιότητα, στα δεξιά Του. 
Τον απέδειξε τελείως ίσο με τον Εαυτό Του. Αν αυτός είναι ο άνθρωπος, τότε πια δεν χρειάζεται 
να μεταμεληθεί ο Θεός Πατέρας διότι δημιούργησε τον άνθρωπο, όπως έχει λε­χθεί στη Γραφή: 
«Μετεμελήθην ότι εποίησα αυτούς (δηλαδή τους ανθρώπους)». Ίσως ιδιαίτερα στις 
ημέρες μας η κακία των ανθρώπων είναι σαφώς αισθητή, διότι το κακό εμφανίζεται οργανωμένο
 περισσότερο από κάθε άλλη φορά.

Είμαι πλέον γέρος αλλά ήδη από τα πρώτα παιδικά μου χρόνια δέχθηκα τις εντυπώσεις της ειρήνης
 και του φωτός. Από την αρχή του ρωσοϊαπωνικού πολέμου(1904­1905) ως τις ημέρες μας 
βλέπω όλη την ανθρωπότητα βυθισμένη σε αδελφοκτόνους πολέμους, και ακόμη δεν υπάρχει 
φως στον ορίζοντα. Αντιθέτως μάλιστα, κάλυψαν τον ουρανό πρωτοφανή μαύρα σύννεφα, έτοιμα 
να προκαλέσουν αποκαλυπτική καταιγίδα… Και εγώ, βλέποντας τήν θηριώδη αυτή κατάσταση 
από τα νεανικά μου χρόνια, ήμουν έτοιμος να βγω στους δρόμους και τις πλατείες με αναμμένο 
φανάρι, όπως ο Διογένης, για να αναζητήσω άνθρωπο… Βλέποντας όμως τον Χριστό, χάρηκα
 για το θαυμάσιο αυτό εύρημα και ποτέ πια δεν μπορώ να ξεχάσω το γεγονός αυτό της 
ιστορίας του κόσμου μας. Στην πραγματικότητα μόνο Αυτός, ο Χριστός, είναι και τέλειος Άνθρωπος. 
Εμείς όμως όλοι διερχόμαστε την περίοδο της επίγειας περιπλανήσεώς μας με την έφεση να 
ομοιωθούμε προς Αυτόν.

Ο άνθρωπος αρχίζει πραγματικά να υπάρχει από τη στιγμή που συνειδητοποιεί τον εαυτό του 
ως υιό του αιωνίου Πατρός και προφέρει την προσευχή «Πάτερ ημών» με τη συνείδηση αυτή. 
Εμείς όμως δεν έχουμε αισθανθεί ακόμη πλήρως την αξία αυτή του ανθρώπου, και γι’ αυτό 
παρακάμπτουμε τον δρόμο της διαμορφώσεως μας, της αυξήσεως μας εν Πνεύματι Αγίω. 
Χωρίς τον Χριστό είναι αδύνατο να δικαιώσουμε την ανθρωπότητα… Και με τον τρόπο αυτό 
ο Χριστός, ταυτόχρονα Θεός και Άνθρωπος, δικαιώνει τον Θεό μπροστά στον κόσμο, 
φανερώνοντας στον κόσμο την άπειρη αγάπη του Πατέρα, ενώ δικαιώνει και τον 
άνθρωπο μπροστά στον Θεό, δείχνοντας στον Θεό Πατέρα τη γνήσια μορφή του ανθρώπου.

Η δικαίωση όμως αυτή δεν είναι “νομική”, όπως πολλοί χριστιανοί τείνουν να νομίζουν, αλλά 
εντελώς άλλης τάξεως. Μετά από τόσα πολλά χρόνια αδιάκοπης σχεδόν αλληλοεξοντώσεως 
των ανθρώπων επάνω στη γη, για την οποία δικαιολογούνται όλοι αδιάκοπα μπροστά στον
 ίδιο τον εαυτό τους, είναι αδύνατο να περιμένουμε ότι αυτοί θα τολμήσουν να ατενίσουν το 
ύψος του Ουρανού και να ονομάσουν τον Θεό Πατέρα τους. Στις ημέρες μας η “αποκτήνωση” 
του κόσμου έλαβε φοβερές διαστάσεις.

Η έκπτωση από την αυθεντική χριστιανική πίστη έχει γίνει καθολικό φαινόμενο. 
Η λέξη που χαρακτηρίζει τον αιώνα μας είναι η «αποστασία». Φοβάμαι λοιπόν ότι μόνο
η αύξηση των συμφορών μπορεί τώρα να οδηγήσει τους ανθρώπους στα παθήματα εκείνα που
 θα φανούν πραγματικά κρίσιμα, και τα οποία θα διεγείρουν σ’ αυτούς πάλι την ικανότητα 
να αντιληφθούν την πρωταρχική τους φύση κατ’ εικόνα Θεού. Τότε θα βασιλεύσει η ειρήνη 
στη γη. Όσο όμως οι άνθρωποι παραμένουν όμοιοι με τα άγρια θηρία, δεν πρέπει να αναμένουμε
 ειρήνη επάνω στη γη. Είναι μάταιες όλες οι προσπάθειες με τις οδούς της διπλωματίας και 
με άλλα παρόμοια μέσα για την αποτροπή της συμφοράς του πολέμου. Είναι 
πρωτίστως απαραίτητη η πνευματική αναγέννηση του ανθρώπου, απαραίτητη η “ανθρωποποίηση”
 του θηριώδους αυτού κόσμου.

Καταλαβαίνεις ότι τα γραφόμενά μου είναι μόνο μικροί υπαινιγμοί, σύντομα αποσπάσματα 
από την εικόνα που παρουσιάζεται στον νου μου, ιδιαίτερα κατά τις ώρες της Λειτουργίας, της 
αιώνιας αυτής θυσίας για τις αμαρτίες όλου του κόσμου. Βέβαια θα ήθελα να συνομιλώ μαζί 
σου επί ώρες για τα ζωτικά αυτά θέματα, άλλα να που δεν μας δόθηκε αυτό στις ημέρες μας.

(Αρχιμ. Σωφρονίου, «Γράμματα στη Ρωσία», εκδ. Ι.Μ.Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ, σ.133-136)

Κυριακή 22 Ιουνίου 2014

Διακονία αγάπης




Παταπίου μοναχού Καυσοκαλυβίτου
Στον π. Κωνσταντίνο Καλλιανό, ως αντίδωρο αγάπης
Ο Θεός ας πλημμυρίσει την καρδιά σας με την καλοσύνη Του και την πολλή Του αγάπη, μέχρι να παλαβώσετε, για να φύγει ό νους σας πια από την γη καί να βρίσκεται από τώρα κοντά Του στον Ουρανό.
Να τρελαθείτε από την θεία τρέλα της αγάπης του Θεού! Να κάψει ό Θεός με την αγάπη Του τίς καρδιές σας1!.»
Το να γράψει κανείς για μορφές σαν το Γέροντα Παΐσιο τον Αγιορείτη, αποδεικνύεται πολύ δύσκολο έργο, μια πού «θέλει άρετήν και τόλμην» κατά τον ποιητή, ή προσέγγιση με το ιερό αυτό πρόσωπο. Κι αφού στο πρώτο βιώνουμε – μόνο εκεί – την πλήρη ακτημοσύνη, απέμεινε ή τόλμη, πού με την παρακίνηση των υπευθύνων του παρόντος εγκρίτου περιοδικού, προσδοκούμε να μας ενισχύσει στο να εκφράσουμε τίς παρακάτω σκέψεις.
Είναι γεγονός ότι για το μακαριστό Γέροντα, ή σχετική βιβλιογραφία κάθε χρόνο πού περνάει εμπλουτίζεται συνεχώς. Όχι μόνο βιβλία καί άλλες εργασίες πού αναφέρονται στην μορφή του καί στις εμπειρίες ανθρώπων πού έχουν ωφεληθεί άπ’ αυτόν, βρίσκουν συχνά το φως της δημοσιότητας, αλλά καί – αυτό κατά τη γνώμη μου είναι καί το σπουδαιότερο – τα Έργα, οι Λόγοι καί οι Διδαχές του ‘ίδιου του Γέροντα, είναι πλέον προσιτές στο σύγχρονο πιστό, μέσα από τίς εκδόσεις της μονής οπού αναπαύεται το ασκητικό του λείψανο.
Αναδιφώντας για τίς ανάγκες του παρόντος άρθρου, μέσα από τίς τόσες εκδόσεις τα βιογραφικά του στοιχεία, πού φαίνεται να είναι αρκετά λεπτομερή, διαπίστωσα ότι πουθενά δεν αναφέρεται ότι τα πρώτα βήματα της μοναχικής του ζωής τα έκανε εδώ, στην αγιοτόκο Σκήτη Αγίας Τριάδος των Καυσοκαλυβίων.
Σύμφωνα με μαρτυρίες επιζώντων πατέρων πού τον γνώρισαν εκείνη την εποχή, ό Γέρο Παΐσιος – λαϊκός τότε «με τα παντελόνια του», Αρσένιος ονόματι – ήλθε στα Καυσοκαλύβια το καλοκαίρι του 1952 ή του 1953 καί έμεινε λίγους μήνες ως δόκιμος στην Καλύβη της Υπαπαντής του Σωτήρος, υποτασσόμενος στο Γέροντα Κοσμά μοναχό πού είχε υποτακτικό τον μοναχό Δημήτριο. Οι πατέρες μάλιστα τον θυμούνται να σκαλίζει με επιμέλεια το μικρό περιβόλι της Καλύβης. Τελικά ό Αρσένιος αναχώρησε από τη Σκήτη, αφού -όπως εμπιστεύτηκε στον αρχάριο τότε μοναχό Παύλο, της γειτονικής Καλύβης της Αγίας Αννης – οι Γεροντάδες ήταν «ζηλωτές» καί μάλιστα από διαφορετικές μεταξύ τους παρατάξεις καί ως εκ τούτου δεν ακολουθούσαν το Κυριάκο. Κι αυτό ήταν κάτι πού πολύ τον στενοχωρούσε.
Τα παραπάνω, σαν μια ακόμη παράγραφος στο θαυμαστό συναξάρι του μακαριστού Γέροντα.
Αναπολώντας κατά καιρούς τη σεβάσμια μορφή του Γέροντα καθώς καί τίς φωτισμένες νουθεσίες καί διδαχές του, πού πάντα στάλαζαν σα βάλσαμο στις ψυχές όλων πού, λίγο ως πολύ, είχαμε την ευλογία να τον συναντήσουμε, μου έμενε ή αίσθηση ότι όλα οσα υπέφερε καρτερικά στην ασκητική του ζωή: στερήσεις, κακουχίες, πειρασμοί, κοπιώδεις μετακινήσεις, ενοχλήσεις καί κόπωση από τους αναρίθμητους προσκυνητές καί τέλος, οδυνηρές ασθένειες, τα υπέμενε από αγάπη για το Θεό καί για τον άνθρωπο.
Καί στις μονές που διακόνησε, εντός καί εκτός Αγίου Όρους, καί όταν ζούσε μόνος του στην ησυχία, ή ζωή του, ήταν μια συνεχής διακονία αγάπης. Μιας αγάπης χωρίς σύνορα πού επειδή ήταν ειλικρινής καί απαύγασμα της θεοειδούς του ψυχής, ξεκούραζε όλους όσους τη γεύονταν. Ακόμη καί στην περίοδο πριν την όσιακή του κοίμηση, αν καί εξ αιτίας της επάρατης νόσου είχε οδυνηρότατους πόνους, εκείνος θυσιάζοντας τον εαυτό του για τους αδελφούς του, διακονούσε με αυταπάρνηση καί αυτοθυσία όσους προσέτρεχαν σ’ αυτόν για να βοηθηθούν.
Μα κι από την πλούσια διδασκαλία του, πού αναφέρεται διεξοδικά σε όλα τα θέματα της εν Χριστώ ζωής καί πού πραγματικά μας «αφυπνίζει πνευματικά», βλέπουμε το Γέροντα να μιλάει «με πόνο καί αγάπη» για όλους μας.
Από το πάνθεον των αρετών, ή αγάπη – ξεχωριστά ανάμεσα στις άλλες – φαίνεται να διαπνέει τη σύνολη ζωή καί διδασκαλία του π. Παϊσίου. Έλεγε στους ακροατές του, υπογραμμίζοντας τη δύναμη της αγάπης: «…επειδή δεν ξέρουμε τι μας περιμένει, όσο μπορείτε, να καλλιεργήσετε την αγάπη. Αυτό είναι το κυριότερο άπ’ όλα: να έχετε μεταξύ σας αγάπη αληθινή, αδελφική, όχι ψεύτικη. Πάντα όταν υπάρχει το καλό ενδιαφέρον, ό πόνος, ή αγάπη, ενεργεί κανείς σωστά. Ή καλοσύνη, ή αγάπη, είναι δύναμη»2.
Μία από τις τελειότερες εκφράσεις αγάπης είναι το να προσευχόμαστε για τους άλλους. Την αλήθεια αυτή καθώς καί την αξία της τονίζει ό Γέροντας: «Ή καρδιακή προσευχή βοηθάει όχι μόνο τους άλλους αλλά καί τον ίδιο τον εαυτό μας, γιατί βοηθάει να έρθει ή εσωτερική καλοσύνη. Όταν ερχόμαστε στη θέση του άλλου, έρχεται φυσιολογικά ή αγάπη, ό πόνος, ή ταπείνωση, ή ευγνωμοσύνη μας στο Θεό με τη συνεχή δοξολογία, καί τότε ή προσευχή για το συνάνθρωπο μας γίνεται ευπρόσδεκτη από τον Θεό καί τον βοηθάει»3. Καί σε ερώτηση για το πώς καταλαβαίνει ότι με την προσευχή του βοηθήθηκε ό άλλος, απαντάει: «Το πληροφορείται από τη θεία παρηγοριά πού νιώθει μέσα του από την πονεμένη του καρδιακή προσευχή πού έκανε. Πρέπει όμως πρώτα τον πόνο του άλλου να τον κάνει δικό σου πόνο καί υστέρα να κάνεις καί καρδιακή προσευχή. Ή αγάπη είναι ιδιότητα θεϊκή καί πληροφορεί τον άλλο»4.
Ή αγάπη είναι προϋπόθεση για να φέρει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα του ελέγχου των σφαλμάτων του αλλού κι αυτό είναι κάτι πού το υπογραμμίζει ό π. Πάίσιος: «Όταν ελέγχουμε κάποιον από αγάπη, είτε την καταλαβαίνει ό άλλος την αγάπη μας είτε όχι, ή αλλοίωση γίνεται στην καρδιά του, επειδή κινούμαστε από καθαρή αγάπη. Ενώ ό έλεγχος πού γίνεται χωρίς αγάπη, με εμπάθεια, τον κάνει τον άλλο θηρίο γιατί ή κακιά μας προσκρούει στον εγωισμό του… Όταν ανεχόμαστε τον άλλον από αγάπη, εκείνος το καταλαβαίνει»51.
Ή θυσία για τον αδελφό είναι μίμηση Χρίστου. «Να μάθει κανείς να χαίρεται με το να δίνει», έλεγε ό μακαριστός Γέροντας καί συνέχιζε: «Τέτοιοι άνθρωποι πού δίνονται χωρίς να υπολογίζουν τον εαυτό τους, θα μας κρίνουν μεθαύριο». «Ό Χριστός συγκινείται, όταν αγαπάμε τον πλησίον μας πιο πολύ από τον εαυτό μας, καί μας γεμίζει με θεία ευφροσύνη. Βλέπεις Εκείνος δεν περιορίστηκε στο «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως εαυτόν» αλλά θυσιάστηκε για τον άνθρωπο»6. Καί συμπληρώνει: «Αδύνατο είναι να έλθει ή αγάπη του Χριστού μέσα μας, εάν δεν βγάλουμε έξω τον εαυτό μας από την αγάπη μας καί να την δώσουμε στον Θεό καί στις εικόνες Του καί να δινόμαστε πάντα στους άλλους, χωρίς να θέλουμε να μας δίνονται οί άλλοι»7. Επιμένοντας ό Γέροντας στην θυσιαστική προσφορά ως έκφραση τέλειας αγάπης, μας νουθετεί: «Ή θυσία για τον συνάνθρωπο μας κρύβει την μεγάλη μας αγάπη για τον Χριστό. Όσοι έχουν μεν την αγαθή προαίρεση για να ελεήσουν, αλλά δεν έχουν τίποτα καί πονάνε γι αυτό, ελεούν με το αίμα της καρδιάς τους». Καί για να ενθαρρύνει όσους αγωνίζονται να καλλιεργούν την βασίλισσα των αρετών, συμπληρώνει: «Οί εύσπλαχνοι, επειδή πάντα χορταίνουν τους άλλους με αγάπη, πάντοτε είναι χορτασμένοι από την αγάπη του Θεού καί από τίς άφθονες ευλογίες Του»8.
Στρέφοντας την προσοχή του στη σωστή πραγμάτωση του μοναχικού Ιδεώδους καί ορίζοντας την αγάπη αρχή καί τέλος της άποταγής του μοναχού από τον κόσμο, μας διδάσκει: «Έργο του μοναχού είναι να γίνει δοχείο του Αγίου Πνεύματος. Να κάνει την καρδιά του ευαίσθητη σαν το φύλλο του χρυσού των αγιογράφων. Όλο το έργο του μοναχού είναι ή αγάπη, όπως καί το ξεκίνημα του έγινε από αγάπη προς τον Θεό, ή οποία έχει καί την αγάπη για τον πλησίον». Καί συνεχίζει, απαντώντας ταυτόχρονα καί στους ανά τους αιώνας επικριτές του μοναχισμού, ότι τάχα έφυγαν από τον κόσμο επειδή δεν τον αγαπούν: «Ό μοναχός φεύγει μακριά από τον κόσμο, όχι γιατί μισεί τον κόσμο, αλλά γιατί αγαπάει τον κόσμο, καί ζώντας μακριά από τον κόσμο, θα τον βοηθήσει με την προσευχή του σε ότι δεν γίνεται ανθρωπίνως παρά μόνο με θεϊκή επέμβαση»9.
Ορίζοντας άλλη μια φορά την αγάπη σαν μια από τίς βασικές συντεταγμένες της πορείας του μονάχου, αλλά καί κάθε χριστιανού πού ζει με Λιτότητα καί εγκράτεια, ό μακαριστός Γέροντας Παΐσιος θα μας πει: «Ή αγάπη με την εξωτερική ακτημοσύνη πολύ βοηθάει για να αποκτήσει κανείς καί την εσωτερική ακτημοσύνη από τα πάθη. Ο! δύο αυτές ακτημοσύνες κάνουν τον άνθρωπο πλούσιο από καλοσύνη Θεού»10.
Έχουν περάσει ήδη 10 χρόνια από τη μακαριά καί όσιακή κοίμηση του αλησμόνητου Γέροντος Παϊσίου του Άγιορείτου. Όμως ούτε αυτά κατάφεραν ούτε οσα ό Θεός θα επιτρέψει να ζήσει ακόμη αυτός ό κόσμος θα καταφέρουν να σβήσουν την χαριτωμένη μορφή του από τίς καρδιές των ανθρώπων πού αγάπησε μέσα από την πολλή του μανική αγάπη προς τον Χριστό. Ολόκληρη ή ζωή του ήταν μια διακονία αγάπης. Μιας αγάπης χωρίς σύνορα! Γι’ αυτό καί όσο ό ήλιος θα ανατέλλει στη γη, δεν θα πάψει να μας εμπνέει καί να διδάσκει πώς ν’ αγαπούμε πραγματικά.
«Εκείνοι πού αγαπούν αληθινά καί αγωνίζονται σωστά, ανέχονται με αγάπη, θυσιάζονται, στερούνται καί αναπαύουν τον πλησίον τους, πού είναι ό Χριστός»11.
“Ας έχουμε την ευχή του!
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
1. Γέροντος Παϊσίου Άγιορείτου, Λόγοι Α’. Με πόνο καί αγάπη για τον σύγχρονο άνθρωπο, εκδ. Ί. Ήσυχαστ. Εύαγγελ. Ιωάννης ό Θεολόγος, Σουρωτή Θεσ/κης 1998, σ. 110.
2. Γέροντος Παϊσίου Άγιορείτου, Λόγοι Β’, Πνευματική αφύπνιση, εκδ. Μ. Ήσυχαστ.
Εύαγγελ. Ιωάννης ό Θεολόγος, Σουρωτή Θεσ/κης 1999, σ. 207.
3. Γέρ. Παϊσίου, Λόγοι Β’, ότι. πρ., σ. 307.
4. Γέρ. Παϊσίου, Λόγοι Β’, οπ. πρ., σ. 310.
5. Γέρ. Παϊσίου, Λόγοι Β’, οπ. πρ., σ. 75.
6. Γέρ. Παϊσίου, Λόγοι Β’, οπ. πρ., σ. 160.
7. Γέρ. Παϊσίου, Επιστολές, οπ. πρ., σ. 104.
8. Γέρ. Παϊσίου, Επιστολές, οπ. πρ., σ. 112.
9. Γέρ. Παϊσίου, Λόγοι Β’, οπ. πρ., σ. 319 – 320.
10. Γέρ. Παϊσίου, Επιστολές, οπ. πρ., σ. 107.
11. Γέρ. Παϊσίου, Επιστολές, οπ. πρ., σ. 108.
Μοναχός ΠΑΤΑΠΙΟΣ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ