Δευτέρα 28 Ιουλίου 2014

Η μετάνοια, μας καθαρίζει από τις αμαρτίες και μας συνδέει με τον Θεό

μετάνοια-δάσος
«Λουσθήτε και καθαρισθήτε, διώξτε την πονηρία από τις ψυχές σας ∙ μάθετε να κάνετε το καλό» ( Ησ. 1, 16-17 ).
Και ποίο είναι το καλό που προστάζεις; «Βοηθείστε τον ορφανό και δώστε στην χήρα το δίκιο της». Δεν δίνει βαρειές εντολές, αλλά διατάζει όσα και η ανθρώπινη φύσις υποδεικνύει, ότι δηλαδή η γυναίκα χρειάζεται ευσπλαχνία.
«Και ελάτε να κουβεντιάσουμε, λέγει ο Κύριος» ( Ησ. 1,18 ). Κάνετε κάτι μικρό κι εγώ θα προσθέσω το υπόλοιπο∙ δώστε μου το λίγο κι εγώ θα σας χαρίσω το όλο. «Ελάτε».
Και πού να έλθουμε; Σε μένα που ερεθίσατε, που εξωργίσατε, σε μένα που είπα∙ «Δεν σας ακούω», για να φοβηθήτε την απειλή μου και με την μετάνοιά σας να διώξετε την οργή μου. Ελάτε προς εμένα που δεν σας ακούω, για να σας ακούσω.
Και τί θα μου προσφέρης; Τέλεια θεραπεία, που δεν αφήνει ίχνος, δεν αφήνει σημάδι, δεν αφήνει ουλή. «Ελάτε να συζητήσουμε, λέει ο Κύριος»∙ και προσθέτει: «Κι αν οι αμαρτίες σας είναι σαν το κόκκινο ρούχο, θα τις κάνω λευκές σαν το χιόνι» ( Ησ. 1,18 ).
Μήπως υπάρχη κάπου σημάδι; Μήπως υπάρχει κάπου ρυτίδα μαζί με άσπρο και αστραφτερό χρώμα; «Κι αν οι αμαρτίες σας είναι κατακόκκινες, θα τις ασπρίσω σαν το μαλλί των προβάτων».
Μήπως υπάρχουν κάπου μελανιές; Μήπως υπάρχει κηλίδα; Όχι! Και πώς κατορθώνονται αυτά; Μήπως άλλες είναι οι υποσχέσεις; Όχι. Το αψευδές στόμα του Κυρίου τα είπε αυτά. Και είδες όχι μόνο το μέγεθος των υποσχέσεων, αλλά και το μεγαλείο Εκείνου που δώρησε αυτά. Διότι στον Θεό, που έχει τη δύναμι να καθαρίση τον αμαρτωλό από κάθε ρύπο, τα πάντα είναι δυνατά.
Λοιπόν, αφού ακούσαμε αυτά και αφού γνωρίζουμε το φάρμακο της μετανοίας, ας Τον δοξολογήσουμε, διότι σ’ Αυτόν ανήκει η δόξα και η δύναμις στον αιώνα. Αμήν.
( Περί μετανοίας , Η΄, ΕΠΕ 30, 286-310. PG 49, 336- 344 )
Από το βιβλίο: «ΜΕΤΑΝΟΙΑ , ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΙΣ, ΝΗΣΤΕΙΑ, ΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ»
ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Χρυσοστομικός Άμβων ΣΤ΄»
2η Έκδοσις, (Επηυξημένη και βελτιωμένη)
Έκδοσις: Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου
Νέα Σκήτη Αγ. Όρους, 2008

Απόρριψη της απογνώσεως

IMG_4018
Οσίου Πέτρου του Δαμασκηνού
Δεν πρέπει όμως ν’ απελπιζόμαστε, όταν δεν είμαστε όπως πρέπει να είμαστε. Κακό είναι βέβαια, άνθρωπε, που αμάρτησες. Γιατί όμως αδικείς το Θεό και από άγνοιά σου τον νομίζεις αδύνατο; Μήπως δεν μπορεί να σώσει την ψυχή σου Εκείνος που έκανε για σένα αυτόν τον τόσο μεγάλο κόσμο που βλέπεις; Κι αν πεις ότι “ αυτό μάλλον καταδίκη μου είναι, όπως και η συγκατάβασή Του”, μετανόησε και δέχεται τη μετάνοιά σου, όπως του ασώτου και της πόρνης.
Αν ούτε αυτό δεν μπορείς να κάνεις, αλλά από συνήθεια αμαρτάνεις σ’ εκείνα που δεν θέλεις, έχε ταπείνωση σαν τον τελώνη και αυτό είναι αρκετό για τη σωτηρία σου. Γιατί εκείνος που αμαρτάνει χωρίς να μετανοεί, αλλά δεν απελπίζεται, εξ ανάγκης βάζει τον εαυτό του κάτω απ’ όλη την κτίση και δεν τολμά να κατακρίνει ή να κατηγορήσει κανένα άνθρωπο. Θαυμάζει μάλλον τη φιλανθρωπία του Θεού και νιώθει ευγνωμοσύνη προς τον Ευεργέτη και αλλά πολλά καλά μπορεί να έχει. Και μ’ όλο που είναι υποχείριος του διαβόλου προς την αμαρτία, ωστόσο πάλι από το φόβο του Θεού παρακούει τον εχθρό που τον σπρώχνει στην απόγνωση, και γι’ αυτό είναι κάπως με το Θεό, αν έχει ευγνωμοσύνη, ευχαριστία, υπομονή, φόβο Θεού, και αν δεν κρίνει κανένα για να μην κριθεί, τα οποία είναι πάρα πολύ αναγκαία.
Όπως λέει ο Χρυσόστομος για τη γέενα, αυτή σχεδόν μας ευεργετεί περισσότερο από τη βασιλεία των ουρανών· γιατί εξαιτίας της πολλοί μπαίνουν στη βασιλεία, ενώ λόγω της βασιλείας λίγοι, με τη φιλανθρωπία βέβαια του Θεού. Αυτό γιατί η πρώτη μας διώχνει με το φόβο, ενώ η άλλη μας αγκαλιάζει, και σωζόμαστε και με τα δύο, με τη χάρη του Χριστού.
Όπως εκείνοι που πολεμούνται από πολλά πάθη, ψυχικά και σωματικά, στεφανώνονται αν κάνουν υπομονή και δεν παραδίνουν το αυτεξούσιό τους από αμέλεια, ούτε απελπίζονται, έτσι και εκείνος που πέτυχε την απάθεια με ασφάλεια και ανακούφιση, ξεπέφτει γρήγορα αν δεν ομολογεί τις ευεργεσίες πάντοτε με το να μην κατακρίνει κανένα.
Αν τολμήσει τέτοιο πράγμα, είναι σαν να δείχνει ότι με τη δική του δύναμη απέκτησε τον πλούτο της απάθειας, μας λέει ο άγιος Μάξιμος. Και όπως διατρέχει μεγάλο κίνδυνο όποιος είναι ακόμη εμπαθής και άμοιρος από το φωτισμό της γνώσεως, αν είναι πνευματικός οδηγός άλλων, λέει ο Δαμασκηνός, έτσι και εκείνος που έλαβε από το Θεό απάθεια και πνευματική γνώση, αν δεν ωφελήσει και άλλες ψυχές.
Τίποτε άλλο δεν συμφέρει στον ασθενή όσο η φυγή στην ησυχία, ούτε στον εμπαθή και στερημένο από γνώση όσο η υποταγή. Δεν υπάρχει άλλο καλύτερο από το να γνωρίζει κανείς την αδυναμία και άγνοιά του, ούτε χειρότερο από το να τα αγνοεί. Δεν υπάρχει άλλο πάθος πιο μισητό από την υπερηφάνεια, ούτε πιο γελοίο από τη φιλαργυρία, η οποία είναι ρίζα όλων των κακών(Α΄ Τιμ. 6,10)· και είναι γελοίο, γιατί άνθρωποι που με πολύ κόπο απέκτησαν χρήματα φτιαγμένα από το μέταλλο της γης, τα ξανακρύβουν πάλι στη γη άπρακτα.
Γι’ αυτό λέει ο Κύριος: «Μη μαζεύετε πλούτη στη γη κλπ.», και: «Όπου είναι τα πλούτη σας, εκεί θα είναι και η καρδιά σας». Γιατί σ’ εκείνα που πολυκαιρίζει ο νους του ανθρώπου, σ’ αυτά και σύρεται με πόθο από τη συνήθεια, είτε στα γήινα πράγματα, είτε στα πάθη, είτε στα ουράνια και αιώνια αγαθά.
Η συνήθεια όταν πολυκαιρίσει, αποκτά δύναμη φύσεως, λέει ο Μέγας Βασίλειος. Κι όταν είναι κανείς ασθενής, τότε οφείλει να προσέχει περισσότερο στη μαρτυρία της συνειδήσεως, για να ελευθερώσει την ψυχή του από κάθε καταδίκη, μήπως φτάσει το τέλος της ζωής και μέλλει να μετανοεί ανώφελα και να θρηνεί αιώνια. Εκείνος λοιπόν που δεν μπορεί να υποστεί για το Χριστό αισθητό θάνατο όπως Εκείνος, πρέπει να υπομένει τουλάχιστον τον κατά προαίρεση θάνατο νοητώς.
Και θα είναι μάρτυρας κατά τη συνείδηση, με το να μην υποταχθεί στους δαίμονες και στα θελήματα που τον πολεμούν, αλλά να τους νικά, όπως οι άγιοι Μάρτυρες και οι όσιοι Πατέρες· γιατί οι πρώτοι μαρτύρησαν αισθητά, ενώ οι άλλοι νοητά. Λίγο λοιπόν αν βιάσει κανείς τον εαυτό του, νίκησε τον εχθρό· ή λίγο αν αμελήσει και σκοτισθεί, χάθηκε.

Κυριακή 27 Ιουλίου 2014

Μάθε να προσεύχεσαι

proseuxi_antras_5138
Αν η απελπισία μας πηγάζει από πολύ βαθιά μέσα μας, αν αυτό που ζητάμε, αυτό για το οποίο κραυγάζουμε, είναι τόσο ουσιαστικό ώστε να καλύπτει όλες τις ανάγκες της ζωής μας, τότε βρίσκουμε κατάλληλα λόγια να προσευχηθούμε και μπορούμε να φτάσουμε στην κορυφαία στιγμή της προσευχής μας, τη συνάντηση με το Θεό.
Θα ήθελα να πω κάτι για την «κραυγή» της προσευχής. Φώναζε δυνατά ο τυφλός Βαρτίμαιος. Τι λέει όμως το Ευαγγέλιο για τους ανθρώπους γύρω του; Προσπαθούσαν, λέει, να τον κάνουν να σιωπήσει. Μπορούμε να φανταστούμε όλους εκείνους τους ευσεβείς ανθρώπους με την καλή όραση, τα γερά πόδια, την καλή υγεία που περικύκλωναν το Χριστό και μιλούσαν για υψηλά θέματα, για τη Βασιλεία του Θεού που έρχεται, για τα μυστήρια των Γραφών, να γυρίζουν προς το Βαρτίμαιο και να του λένε: «επί τέλους, δεν μπορείς να ησυχάσεις; Τα μάτια σου, τα μάτια σου, και τι σημασία έχουν αυτά ενώ μιλούμε για το Θεό;»
Ο Βαρτίμαιος φαινόταν σαν κάτι ξένο που ξαφνικά έμπαινε στη μέση και, αδιαφορώντας τελείως για τα συμβαίνοντα, ζητούσε από το Θεό κάτι που απελπιστικά το είχε ανάγκη. Και όλα αυτά τα έκανε παρά το γεγονός ότι με τις φωνές του κατέστρεψε την αρμονία των εθιμοτυπικών συζητήσεων γύρω του. Οι ενοχλημένοι θα μπορούσαν να τον απομακρύνουν και να τον κάνουν να σιωπήσει. Το Ευαγγέλιο όμως λέει πως, ενώ όλοι αυτοί οι άνθρωποι ήθελαν να τον ησυχάσουν, αυτός επέμενε, γιατί αυτό που ζητούσε είχε πολύ μεγάλη σημασία για τον ίδιο. Όσο περισσότερο προσπαθούσαν να του κλείσουν το στόμα, τόσο πιο πολύ εκείνος φώναζε.
Εδώ βρίσκεται το μήνυμά μου. Υπάρχει στην Ελλάδα ένας άγιος, ονομάζεται Μάξιμος. Ήταν νέος όταν μία μέρα πήγε στην Εκκλησία και άκουσε το ανάγνωσμα του Αποστόλου που λέει ότι πρέπει να προσευχόμαστε «αδιαλείπτως». Αυτό έκανε τόση εντύπωση στο Μάξιμο ώστε σκέφτηκε πως δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο παρά να προσπαθήσει να τηρήσει αυτή την εντολή.
Όταν βγήκε από το ναό σκέφτηκε να πάει στο κοντινότερο βουνό και εκεί ήσυχος να αρχίσει να προσεύχεται όπως άκουσε στο Ευαγγέλιο. Σαν Έλληνας χωρικός του τετάρτου αιώνα, ήξερε το «Πάτερ ημών» και μερικές άλλες προσευχές. Έτσι, όπως μας λέει ο ίδιος, άρχισε να τις λέει τη μία ύστερα από την άλλη, και πάλι από την αρχή, ασταμάτητα. Αισθάνθηκε, πραγματικά, πολύ όμορφα. Προσευχόταν, ήταν συντροφιά με το Θεό, ήταν χαρούμενος. Το καθετί του φαινόταν τόσο τέλειο! Μόνο που σιγά- σιγά ο ήλιος άρχισε να πέφτει, άρχισε να κάνει κρύο και να σκοτεινιάζει.
Η νύχτα είχε πέσει για τα καλά όταν άρχισε ν’ ακούει γύρω του θορύβους, πολλούς και παράξενους θορύβους. Άκουγε το σπάσιμο των κλαδιών κάτω από τα πόδια των ζώων, έβλεπε τα λαμπερά μάτια των άγριων θηρίων, άκουγε τις κραυγές των μικρών ζώων που τα έτρωγαν τα μεγαλύτερα. Άκουγε όλων των ειδών τους γνωστούς νυχτερινούς θορύβους του δάσους.
Τότε αισθάνθηκε πως ήταν μόνος. Πραγματικά μόνος, ένα μικρό απροστάτευτο πλάσμα μέσα στον κόσμο του κινδύνου, του θανάτου, του σπαραγμού. Ένιωσε ότι δεν είχε καμιά άλλη βοήθεια αν ο Θεός δεν του έδινε τη δική Του. Δεν συνέχισε πια να λέει το «Πάτερ ημών» και το «Πιστεύω». Έκανε ο,τι έκανε και ο Βαρτίμαιος. Άρχισε να φωνάζει δυνατά: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με». Το φώναζε αυτό όλη τη νύχτα γιατί τα ζωντανά του δάσους και τα λαμπερά τους μάτια δεν του έδιναν ευκαιρία για ύπνο.
Τέλος ξημέρωσε. Σκέφτηκε, λοιπόν, αφού όλα τα ζώα έχουν φύγει πια και πήγαν να κοιμηθούν «τώρα μπορώ και εγώ να προσευχηθώ». Αλλά τότε ένιωσε ότι πεινούσε. Σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να μαζέψει μερικά βατόμουρα, για να φάει. Πλησίασε ένα θάμνο, αλλά ξαφνικά του ήρθε η σκέψη ότι όλα τα αστραφτερά μάτια και άγρια νύχια θα πρέπει να είναι κρυμμένα κάπου εκεί στους θάμνους.
Έτσι άρχισε να προχωρεί πολύ προσεκτικά και σε κάθε του βήμα έλεγε: «Κύριε Ιησού Χριστέ, σώσε με, βοήθησέ με, βοήθησέ με, σώσε με. Ω Θεέ μου, βοήθησέ με, προστάτεψέ με». Για κάθε βατόμουρο που μάζεψε, σίγουρα, είχε προσευχηθεί πολλές φορές.
Πέρασε ο καιρός και ύστερα από πολλά χρόνια συνάντησε ένα γέροντα και έμπειρο ασκητή, ο οποίος τον ρώτησε πως είχε μάθει να προσεύχεται αδιάλειπτα. Ο Μάξιμος είπε: «Νομίζω πως ο διάβολος με δίδαξε να προσεύχομαι αδιάλειπτα». Ο γέροντας απάντησε: «Καταλαβαίνω τι θέλεις να πεις. Αλλά θα ήθελα να είμαι βέβαιος ότι σε καταλαβαίνω σωστά». Ο Μάξιμος τότε του εξήγησε πως είχε σιγά- σιγά συνηθίσει όλους τους θορύβους και τους κινδύνους της μέρας και της νύχτας. Ύστερα όμως του ήρθαν πειρασμοί σαρκικοί, πειρασμοί του νου, των αισθημάτων και αργότερα πιο ισχυρές επιθέσεις του διαβόλου. Ύστερα απ’ όλα αυτά δεν υπήρχε στιγμή της μέρας και της νύχτας που να μην κραυγάζει στο Θεό:«Ελέησον, ελέησον, βοήθησε, βοήθησε, βοήθησε».
Μια μέρα, ύστερα από δεκατέσσερα χρόνια αδιάλειπτης προσευχής ο Κύριος του αποκαλύφτηκε. Από τη στιγμή εκείνη ησυχία, ειρήνη και γαλήνη τον πλημμύρισαν. Δεν υπήρχε πια φόβος -φόβος από το σκοτάδι, από τους θάμνους, ούτε από το διάβολο- ο Κύριος είχε επικρατήσει. «Τότε», είπε ο Μάξιμος, «έμαθα ότι αν δεν έλθει ο Κύριος, είμαι απελπιστικά αβοήθητος. Έτσι, και όταν ακόμα ήμουνα γαλήνιος, ειρηνικός και ευτυχισμένος, συνέχισα να προσεύχομαι λέγοντας:«Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με, γιατί μόνο στο θείο έλεος υπάρχει η ειρήνη της καρδιάς και του νου, η γαλήνη του σώματος και η δύναμη της θέλησης».
Έτσι δεν μπορούμε να πούμε πως ο Μάξιμος έμαθε να προσεύχεται παρά την ταραχή που τον κατείχε, αλλά ακριβώς εξ αιτίας της ταραχής. Γιατί η ταραχή του ήταν ένας πραγματικός κίνδυνος. Αν μπορούσαμε να αντιληφθούμε ότι και μεις βρισκόμαστε σε πολύ μεγάλη ταράχη, σε κίνδυνο, ότι ο διάβολος παραφυλάει προσπαθώντας να μας πιάσει και να μας καταστρέψει, τότε θα προσευχόμαστε συνέχεια, ασταμάτητα.
Anthony Bloom

Πηγή: xristianos.gr

H σιωπή του Θεού

SONY DSC
Γέροντος Σωφρονίου του Essex
Συχνά ο Θεός δεν απαντά στις προσευχές μας. Σιωπά.
Πολλοί εκλαμβάνουν τη σιωπή Του ως ένδειξη τού ότι ο Θεός “δεν υπάρχει”, “πέθανε”. Αν όμως σκεφτόμαστε σε ποιά θέση φέρνουμε το Θεό με τα πάθη μας, τότε θα βλέπαμε ότι Αυτός δεν έχει άλλη επιλογή, παρά μόνο να σιωπήσει.
Ζητάμε από Αυτόν να μας υποστηρίξει στις αδικίες μας. Δεν μας ενοχοποιεί φανερά. Μας αφήνει να πορευτούμε στους πονηρούς δρόμους μας και να θερίσουμε τους καρπούς των προσωπικών μας αμαρτιών. Αν όμως στραφούμε προς Αυτόν με μετάνοια, τότε έρχεται γρήγορα, γρηγορότερα από όσο περιμέναμε.
Γνωρίζοντας τις ανάγκες μας, πολύ συχνά τις προλαμβάνει. Μόλις προφέρουμε στην προσευχή τα αιτήματά μας, που δικαιολογούνται με την πραγματικότητα της ζωής μας μέσα στον κόσμο, Αυτός ήδη τα έχει εκπληρώσει.
Συνεπώς, η σιωπή του Θεού είναι απάντηση στις αδικίες μας η πιο εύγλωττη, η πιο ευγενική.
Διώξαμε από τη ζωή μας το Θεό – Λόγο, τον λόγο του Θεού. Παραμελήσαμε το λόγο αυτό, και να! Θερίζουμε τις συνέπειες του έργου μας.
Πηγή:inpantanassis.blogspot.gr-  hristospanagia3.blogspot.gr

Η κοινωνική φύση της ασκητικής ησυχίας.

Ομότιμος Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών Ιωάννης Κορναράκης  
Είναι αλήθεια ότι η σκληρή θέση του ασκητού μπροστά στην ανθρώπινη συντυχία προκαλεί μια ποικιλία αντιφατικών και «αναπληρωματικών» αντιδράσεων μέσα στον ψυχικό κόσμο του τεχνολογικού ανθρώπου της εποχής μας!
Και πρώτα-πρώτα ο σύγχρονος άνθρωπος, που καταδικάζει αδυσώπητα τη σκληρή αυτή ασκητική θέση, ενδέχεται να βιώσει μια συγκλονιστική έκπληξη, εάν θα επιχειρούσε να αναλύσει τη δική του κοινωνικότητα. Γιατί, όπως μας αποκαλύπτει η ψυχολογία, ό,τι πολεμά κανείς έντονα, ό,τι απορρίπτει επίμονα, έχει μια εξάρτηση από το βαθύτερο εσωτερικό του κόσμο. Η έπιθετικότης, σαν ψυχαναγκαστική λειτουργία, επιβεβαιώνει την προσκόλληση του ανθρώπου σ’ αυτό κατά του οποίου επιτίθεται. Έτσι όσο αποκρουστική φαίνεται στα μάτια του σύγχρονου ανθρώπου η σκληρή μοναξιά του ασκητικού βιώματος, τόσο περισσότερο προδίδεται μια κάποια βαθύτερη σχέση του με τη μοναξιά αυτή. Γι’ αυτό θα ερωτούσε κανείς μήπως άραγε, όταν καταδικάζει ο σύγχρονος άνθρωπος την ασκητική ησυχία, καταδικάζει την προσωπική του μόνωση που κρύβει ασυνείδητα μέσα στο απύθμενο βάθος της ατομικής του υποστάσεως; Η ψυχολογική λειτουργία της απωθήσεως και της προβολής ασυνειδήτων ψυχικών περιεχομένων μπορεί να βοηθήσει τον σύγχρονο άνθρωπο να ξεκαθαρίσει τις συγκεχυμένες καταστάσεις που κλείνει μέσα του.

Αν η εξωτερική ψυχική πορεία του σύγχρονου τεχνολογικού ανθρώπου είναι «φυγόκεντρος», δηλ. έντονα εξωστρεφική, το ασυνείδητο μέρος της προσωπικότητάς του πάσχει από συσσώρευση απωθούμενων επιθυμιών που έχουν ένα «κεντρομόλο» χαρακτήρα, δηλ. εσωστρεφικό. Έτσι όταν ο σύγχρονος άνθρωπος ενδιαφέρεται να καταδικάσει τη σκληρότητα της ασκητικής ησυχίας, «διαλέγεται» κατ’ ουσίαν με το ασυνείδητο μέρος της προσωπικότητάς του, με την απωθούμενη εσωστρεφική του διάθεση. Εφ’ όσον δε την απωθεί, σημαίνει ότι την μισεί, γιατί αυτό του επιβάλλει η εξωστρεφική ένταση της σύγχρονης κοινωνικότητας. Αλλά και την επιθυμεί γιατί αντιλαμβάνεται ασυνείδητα τη λυτρωτική της λειτουργία.
Εξάλλου ποιός κατακύρωσε τελεσίδικα στην προσωπικότητα του σύγχρονου ανθρώπου την κοινωνικότητα σαν αυθεντικό και πηγαίο χαρακτηριστικό της; Είναι βέβαια αλήθεια ότι η επίφαση της σύγχρονης ζωής έχει ένα έντονο κοινωνικό χαρακτήρα. Ποιός όμως θα μπορούσε να αποδείξει τη γνησιότητα του χαρακτήρος αυτού;
Η αναμφισβήτητη τραγική καθημερινότητα του σύγχρονου βίου παρέχει αβίαστα πληθωρικές μαρτυρίες μιας συγκλονιστικής μονώσεως του σύγχρονου ανθρώπου. Η τεχνολογική πρόοδος προάγει μια κοινωνικότητα ακριβώς «τεχνική», «μηχανική» που σε πολλές περιπτώσεις διαφθείρει τα ανθρώπινα αισθήματα και υποβαθμίζει αθεράπευτα τις διανθρώπινες σχέσεις. Η σύγχρονη σκληρότητα, η αδιαφορία για τον «πλησίον», το έγκλημα, η ηθική αναλγησία και τόσα άλλα διαβρωτικά στοιχεία του ανθρώπινου βίου υπογραμμίζουν ζωηρά τη μισάνθρωπη όψη της σύγχρονης κοινωνικότητας. Έτσι η απόπειρα να ξεδιαλύνει μέσα του ο σύγχρονος άνθρωπος τις συγκεχυμένες καταστάσεις καταλήγει σ’ ένα έργο αυτογνωσίας, που συντρίβει τα ψεύτικα σύμβολα και γενικά τις ψευδαισθήσεις μιας «κοινωνικής» κοινωνικότητας. Ο σύγχρονος τεχνολογικός άνθρωπος, ενώ καταδικάζει την ασκητική μόνωση, αναζητεί ασυνείδητα την ικανοποίηση της μονώσεως που βιώνει ο ασκητής. Και ενώ καυχάται για την κοινωνική του συνείδηση, διαισθάνεται αναπόφευκτα την τραγική του μόνωση. Γι’ αυτό, ενώ φαίνεται σήμερα κοινωνικός, κατ’ ουσίαν «φεύγει μακριά από τους ανθρώπους». Οι συγκρούσεις που φιλοξενεί μέσα του τον εξαναγκάζουν σε μια μόνωση αντικοινωνική. Είναι λοιπόν ανώριμος να συνδιαλεχθεί με τον ασκητή που «ησυχάζει» και ανίκανος να καταδικάσει τη σκληρή θέση της αποφυγής της ανθρώπινης συντυχίας. Η κοινωνικότητα, εν ονόματι της οποίας κρίνει τις ασκητικές «υπερβολές», είναι λοιπόν μια φυγή από την μόνωση που συγχρόνως επιθυμεί!
Από την άλλη μεριά η ασκητική μόνωση έχει ένα αυθεντικά κοινωνικό περιεχόμενο που μπορεί να διδάξει πολλά στο σύγχρονο άνθρωπο που επιθυμεί να εκπαιδευτεί στην αδελφογνωσία! Η ασκητική φυγή προ της ανθρώπινης συντυχίας είναι βαθύτερη έκφραση της χριστιανικής κοινωνικότητας. Παράδοξος ισχυρισμός, αναμφίβολα, αλλά αληθινός! Ο ασκητικός «ατομισμός» είναι βίωση μιας αυθεντικής αφοσιώσεως στην αγάπη του αδελφού. Το ασκητικό αυτό παράλογο το κατανοεί, σε ορισμένη μόνο έκταση, εκείνος που γνωρίζει, έστω ενδεικτικά, το περιεχόμενο του βιώματος της «ησυχίας»! Αλήθεια, ο ασκητής της ερήμου, ο σκληρός εραστής της ησυχίας, είναι τέλειος τύπος του αδελφού!
Η βασική επιδίωξη του ασκητού είναι βέβαια η βίωση της θείας παρουσίας. Η άσκησή του αποβλέπει στο να καθαρίσει την ψυχή του, το νου του, απ’ ό,τι μπορεί να εμποδίσει ή να δυσκολεύσει την προσπάθεια αυτή. Η αγάπη προς τον πλησίον, προς τον «αδελφόν», κατανοείται από τον ασκητή σαν πολύτιμος καρπός της μυστικής βιώσεως του Θείου Έρωτος. Μόνον αφού η καρδιά του και ο νους του πληρωθεί από την παρουσία και την αγάπη του Θεού, θα μπορέσει να αγαπήσει με γνήσια αισθήματα αφοσιώσεως και ακόμη, αν χρειαστεί, αυτοθυσίας, τον αδελφό. Εάν η πρωταρχική του «εργασία», η βίωση της ενώσεως με το Θεό, διαταράσσεται ή εμποδίζεται, αδυνατεί ο ασκητής αυτός να εκπληρώσει το χρέος της αγάπης προς τον αδελφό, όπως ακριβώς το απαιτεί η αγάπη του Θεού. Γι’ αυτό παρατηρεί κανείς ότι, ενώ δεν παύει ποτέ ο ασκητής να εκδηλώνει φιλάδελφα αισθήματα προς τον πλησίον, όταν φθάσει μεγάλα μέτρα αρετής και άγιότητος είναι πιο πλούσιος σε εκδηλώσεις αδελφικής αγάπης και κατανοήσεως.
Οπωσδήποτε όμως είναι εμπειρία αναμφισβήτητη το γεγονός ότι «πάντοτε, όταν έλθη ο αγωνιστής προς την απάντησιν του κόσμου, ευθύς η ψυχή αυτού ατονεί». Αντίθετα• «όσον μακρύνεται ο άνθρωπος εκ της συνομιλίας των ανθρώπων, τοσούτον αξιούται της μετά του Θεού παρρησίας εν τω νοΐ αυτού». Η εμπειρία ακριβώς αυτή αποτελεί τον γνώμονα της συμπεριφοράς του ασκητού προς την ανθρώπινη συντυχία ή τις κοινωνικές σχέσεις, όπως ο σύγχρονος άνθρωπος τις κατανοεί.
Η λογική οργάνωση του εγκόσμιου πνεύματος δεν μπορεί λοιπόν να κατανοήσει, ότι και στις περιπτώσεις ακόμη που αποφεύγει ο ασκητής τη συνομιλία των ανθρώπων λανθάνει μια ανταπόκριση αγάπης και αφοσιώσεως προς αυτούς. Εάν ο ασκητής αποφεύγει τους ανθρώπους «διά τον Θεόν» και εάν ο Θεός είναι αγάπη, τότε πράγματι η βίωση της παρουσίας του Θεού, σαν ανεξάντλητη πηγή αυθεντικής αγάπης, θα ικανώσει τον ασκητή να αγαπήσει τον αδελφό με «αγάπη θεϊκή».
Και στην περίπτωση της αγάπης του αδελφού συναντά κανείς ένα ασκητικό «παράλογο» και μια «αντιφατική» ψυχολογική και πνευματική συμπεριφορά. «Θέλεις, ερωτά ο άγιος Ισαάκ, κτήσασθαι την αγάπην του πλησίον κατά την ευαγγελικήν εντολήν εντός της ψυχής σου; μάκρυνον εαυτόν εξ εαυτού και τότε κατακαί¬εται εν σοι η έκκαυσις της αγάπης αυτού, και χαρήση επί τη θέα αυτού, ώσπερ επί Αγγέλου φωτός». Η απόσταση από τον αδελφό καλλιεργεί την ευαγγελική αγάπη, μέσα στον ψυχικό κόσμο του ασκητού. Και πρόκειται εδώ για μια υπαρξιακή αντίφαση που θεμελιώνει αδιάσειστα την ψυχολογική και πνευματική αρμονία που είναι προϋπόθεση της αυθεντικής κοινωνικότητας. «Φίλος γενού πάσιν ανθρώποις και μόνος γενού εν τη διανοία σου». Ο ασκητής της ερήμου πρέπει να αγαπά όλους τους ανθρώπους, να προσφέρει σ’ αυτούς τα αισθήματα και την καρδιά του και συγχρόνως να βιώνει τη μόνωσή του, χωρίς την οποίαν δεν μπορεί να συναντήσει το Θεό. «Κοινωνός γενού τοις παθήμασι των πάντων, και τω σώματί σου μακράν γενού εκ πάντων».
Στην υπαρξιακή αυτή ασκητική αντίφαση συναντά κανείς πράγματι μια εσωτερική ισορροπία επάνω στην οποία θεμελιώνεται αδιάσειστα η υγιής κοινωνικότητα. Πολλές φορές ο σύγχρονος τεχνολογικός άνθρωπος, που καυχάται για την κοινωνικότητά του, δεν βιώνει εσωτερική κοινωνική ισορροπία. Εφ’ όσον είναι μονόπλευρα κοινωνικός, δηλαδή έντονα εξωστρεφικός, διαλύεται, κατά την έκφραση του Jung, μέσα στο κοινωνικό σύνολο και χάνει έτσι την ατομικότητά του. Πώς μπορεί λοιπόν ένας διασκορπισμένος «κοινωνικά» άνθρωπος να βιώνει αγάπη αυθεντική προς τον πλησίον, αφού έχει χάσει την εσωτερική του ενότητα; Εάν ό,τι κάνει, το κάνει για να φαίνεται καλός ή απλώς και μόνο χάριν της κοινωνικότητας, πώς μπορεί να εξωτερικεύει πηγαία αισθήματα αγάπης; Η υπογράμμιση από τις αρμόδιες ανθρωπολογικές επιστήμες της στεγανής μονώσεως, που σε πολλές περιπτώσεις βιώνει ο σύγχρονος άνθρωπος, προδίδει την ποιότητα του περιεχομένου της κοινωνικότητας του ανθρώπου αυτού. Μόνο η βίωση της ιδίας ατομικότητας, σαν εμπειρία πνευματικής ενότητας και συγκροτήσεως, μπορεί να δημιουργήσει και να συντηρήσει μια πραγματική κοινωνική συμπεριφορά. Ο διασπασμένος και εσωτερικά αναρχούμενος από ποικίλες ψυχικές συγκρούσεις άνθρωπος δεν μπορεί να εκφραστεί κοινωνικά γιατί δεν μπορεί να «συναντήσει» το κοινωνικό σύνολο και δεν μπορεί να διαλεχθεί με τις ανθρώπινες μονάδες του.
Αντίθετα, ο ασκητής της ερήμου με την εσωτερική του «κοινωνική» ισορροπία, αν και ζει μακριά από το κοινωνικό σύνολο, είναι κυριευμένος από την αγάπη προς τον αδελφό. «Γινώσκομεν, λέει ο άγιος Ισαάκ, ότι χωρίς της του πλησίον αγάπης, ουδέ ο νους δύναται εν τη ομιλία και τη αγάπη τη θεία φωτισθήναι». Το αίτημα της ενώσεως με το Θεό είναι ένα αίτημα «κοινωνίας», αφού πρόκειται για τη βίωση της κατ’ εξοχήν διαπροσωπικής σχέσεως, της σχέσεως με τον Τριαδικό Θεό. Έτσι μέσα στην πνευματική περιοχή της κοινωνίας αυτής η αγάπη του αδελφού είναι μια ζωντανή παρουσία. Άλλωστε πώς θα μπορούσε «μόνος» ο ασκητής να βιώσει μια τέτοια κοινωνία; Αν ήταν πραγματικά απομονωμένος από τον αδελφό, δεν θα μπορούσε «ο νους εν τη ομι¬λία και τη αγάπη τη θεία φωτισθήναι». Γι’ αυτό ο ασκητής αγαπά πηγαία τον αδελφό και μέσα στην ερημιά της διαμονής του εκφράζει μια γνήσια κοινωνικότητα.
Η έμπρακτη αγάπη για τον αδελφό εκφράζεται πρώτα-πρώτα στη συμπαράσταση στο βασικό πρόβλημα της ζωής· τη βίωση της ενοχής. «Μη μισήσης τον αμαρτωλόν. Πάντες γαρ εσμέν υπεύθυνοι. Και εάν διά τον Θεόν κινήσαι κατ’ αυτού, κλαύσον υπέρ αυτού». Κι’ όχι μόνο αυτό, αλλά· «άπλωσον τον χιτώνα σου επί τον πταίοντα, και σκέπασον αυτόν». Και εάν δεν μπορείς, συνεχίζει ο άγιος Ισαάκ, να αναλάβεις εσύ τις αμαρτίες του και να βίωσης αντ’ αυτού την αισχύνη της ενοχής του, τουλάχιστον μη τον περιφρονείς γιατί είναι αδελφός σου. Ο ασκητής της ερήμου φρονεί, ότι, στις διαπροσωπικές και διανθρώπινες σχέσεις, πρέπει να εκδηλώνεται μια αγάπη βαθειά και πηγαία που μπορεί να σκεπάζει κάθε αδύνατη πλευρά του αδελφού. Έτσι αυτός που αγαπά δεν ωφελεί μόνο τον αδελφό αλλά γιατρεύει συγχρόνως και τη δική του ψυχή.
«Ο διορθούμενος τον αδελφόν αυτού εν τω ταμείω αυτού την ιδίαν κακίαν ιάται· και ο κατηγορών τινά εν συναθροίσματι ενισχύει τα ίδια τραύματα».
Στην ασκητική αυτή σκέψη μπορεί να δει ο σύγχρονος άνθρωπος τη δυναμική όψη της αγάπης. Η αγάπη δεν είναι εδώ μια συναισθηματική έξαρση μ’ ένα χαρακτήρα παθητικό ή ενεργητικά ουδέτερο. Είναι, πριν απ’ όλα, μια δυναμική αμοιβαία σχέση που το ιδιαίτερο γνώρισμά της είναι ότι όσο εκφράζεται τόσο θεραπεύει τον εαυτό της. Αυτός που γνωρίζει να σέβεται την αδυναμία του αδελφού ξεκινά από μια άμεση εμπειρία αυ¬τοσεβασμού. Και καθ’ ον χρόνο συμπεριφέρεται σ’ αυ¬τόν με ευγένεια «την ιδίαν κακίαν ιάται». Εδώ ακριβώς υπογραμμίζεται ζωηρά η οικοδομητική αξία της διαπροσωπικής σχέσεως. Την πνευματική του δηλαδή προκοπή θα την κατορθώσει κανείς μέσα στην κοινωνική αμοιβαιότητα. Και αν ακόμη απομονώνεται στην πιο σκληρή έρημο, δεν μπορεί να αποξενωθεί από την εμπειρία της αδελφικής αγάπης που οικοδομεί και «παιδεύει». Αρκεί η αδελφική αγάπη να μην εμποδίζει τη «συνομιλία» με το Θεό. Σε κάθε άλλη περίπτωση δεν μπορεί ο ασκητής της ερήμου να μην εκφράσει τη βαθειά του συμπάθεια για την κοινωνία με τον αδελφό. «Τί ωραία και επαινετή έστιν η αγάπη του πλησίον, εάν μη η μέριμνα αυτής περισπάση ημάς εκ της αγάπης του Θεού. Τί ηδεία έστιν η συντυχία των πνευματικών ημών αδελφών, εάν δυνηθώμεν φυλάξαι μετ’ αυτής και την μετά του Θεού!».
Η θέση του ασκητού έναντι της αδελφικής αγάπης δεν αποτελεί μόνο διδασκαλία για τους άλλους. Ο ασκητής της ερήμου δεν εκθειάζει την αγάπη αυτή για να προτρέψει τους άλλους να τη ζήσουν, ενώ αυτός παραμένει περιτειχισμένος μέσα στην απόλυτη «ησυχία» του. «Πολλοί εξ αυτών (των ασκητών) τοις θηρίοις, και τω ξίφει, και τω πυρί παρέδωκαν τα σώματα εαυ¬τών διά τον πλησίον». Δεν δίστασε ο ασκητής της ερήμου, όπου χρειάστηκε, να θυσιάσει την «ησυχία» του, αλλά και τη ζωή του χάριν της αγάπης του αδελφού. Έτσι σε πολλές ασκητικές διηγήσεις μάς παραδίδεται ένας απερίγραπτος και συγκλονιστικός πλούτος ζωντανής αδελφικής αγάπης.
Ο άββάς Αγάθων είχε διακριθεί πολύ στην εκδήλωση της αδελφικής αγάπης και δεν ησύχαζε αν δεν έκανε, όταν μπορούσε, κάτι καλό για τον πλησίον. «Ουκ έφερε μη αναπαύσαι τον πλησίον αυτού». Φροντίζοντας δε πάντα να ξεπεράσει τον εαυτό του σε έκφραση αγάπης, έλεγε· «Ήθελον ευρείν λωβόν και λαβείν το σώμα αυτού, και δούναι το εμόν». «Είδες αγάπην τελείαν»;
Κάποτε, διηγούνται οι ασκητικοί πατέρες, ο άγιος Μακάριος επισκέφθηκε ένα ασθενή αδελφό και, κατά τη διάρκεια της παραμονής του πλησίον του, τον ερώτησε αν είχε ανάγκη από κανένα πράγμα. Ο ασθενής απήντησε·«ολίγου τρυφερού άρτου». Στη μοναχική αδελφότητα του ασθενούς αδελφού έψηναν μια φορά το χρόνο το ψωμί όλης της χρονιάς. Κι’ ο άνθρωπος αυτός δεν μπορούσε φαίνεται να τραφεί με τόσο σκληρό παξιμάδι. Αμέσως τότε «αναστάς ο αξιομακάριστος εκείνος ανήρ, καίπερ τυγχάνων ετών ενενήκοντα», ξεκίνησε από τη σκήτη του ασθενούς αδελφού και επορεύθη εις την Αλεξάνδρειαν. Εκεί, αφού «ηλλάξατο τους ξηρούς άρτους εις απαλούς, τους έφερε, πάλιν πεζοπορών, στον ασθενή μοναχό». Στην αδελφική αυτή πράξη βλέπει κανείς ασφαλώς το γνήσιο κοινωνικό περιεχόμενο της ασκητικής ησυχίας.
Για τον αββά Αγάθωνα, που υπήρξε «ανήρ εμπειρότατος πάντων των κατ’ εκείνον τον καιρόν Μοναχών, και την σιωπήν και την ησυχίαν υπέρ πάντας τιμών», διηγούνται και τα εξής.
Όταν ήλθε ο καιρός να γίνει ένα πανηγύρι σε μια κοντινή στη σκήτη του πόλη, επήγε ο άγιος να πουλήσει το εργόχειρό του για να αγοράσει τα παξιμάδια της χρονιάς. Αλλά συνέβη να συναντήσει στην αγορά «ξένον τινά ερριμένον και ασθενούντα». Τότε δεν χάνει την ευκαιρία να εκδηλώσει και στην περίπτωση αυτή την πλούσια αδελφική του αγάπη. Αναλαμβάνει υπό την προστασία του τον εγκαταλελειμμένο και άρρωστο αδελφό. Μισθώνει οικία και τον στεγάζει, φροντίζοντας να κάνει το παν για να αναρρώσει το συντομότερο. Συγχρόνως εργάζεται «ταις ιδίαις χερσίν» για να πληρώνει τα έξοδα αυτής της συμπαραστάσεώς του στον ασθενή. Έτσι σε έξη μήνες έγινε ο ξένος υγιής και ο άγιος επέστρεψε στην ησυχία του. «Αύτη εστίν η τελεία αγάπη».
Τέλος σε μια επιστολή του υπενθυμίζει ο άγιος Ισα¬άκ ότι κάποιος από τους ασκητικούς πατέρες δίδαξε πως τίποτε άλλο δεν μπορεί να λυτρώσει τον Μοναχό από τον δαίμονα της υπερηφάνειας και της πορνείας εκτός από την άσκηση μιας «κοινωνικής» αποστολής. Δηλ. ο Μοναχός που περιποιείται ασθενείς και «κατατηχθέντας εν τη θλίψει της σαρκός» αναπληρώνει πολλές πνευματικές προσπάθειες, που θα εχρειάζετο να καταβάλλει, για να απαλλαγεί από τις ενοχλήσεις του πονηρού.
Αλλά και πολλές άλλες διηγήσεις και περιστατικά της μοναχικής πολιτείας δείχνουν πως η ασκητική τελειότητα εκφράζεται θαυμάσια στην αγάπη για τον αδελφό. Μάλιστα η αγάπη αυτή, σαν έμπρακτη βίωση, είναι κριτήριο της τελειότητας. «Των δε φθασάντων την τελειότητα τούτο εστί το τεκμήριον. Εάν καθ’ ημέραν δεκάκις εις καύσιν παραδοθώσιν υπέρ της αγάπης των ανθρώπων, ου κορέννυνται εκ τούτων» .
Έτσι η επιφανειακή αντικοινωνική μόνωση του ασκητικού βίου είναι το ταπεινό εξωτερικό ένδυμα που καλύπτει μια ασύγκριτη πνευματική ομορφιά. Το πνευματικό βάθος της ασκήσεως, και στη πιο σκληρή μορφή της «ακρότατης μονώσεως», είναι βίωση της αδελφικής αγάπης που γεννάται από τη μυστική ένωση με το Θεό, την απόλυτη και άπειρη Αγάπη!
(Ιωαν.Κορναράκη, «Ανταύγειες της Πατερικής ερήμου μέσα στο σύγχρονο κόσμο», εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσ/νίκη, σ. 41-50)
http://www.pemptousia.gr/2013/02